Η πρόσφατη συζήτηση σχετικά με την πιθανή επέκταση του δικαιώματος συνταγογράφησης σε ιατρούς που δεν είναι ενταγμένοι στο Γενικό Σύστημα Υγείας (ΓεΣΥ) στην Κύπρο έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό και διχογνωμία.
Ενώ επιχειρήματα υπέρ αυτής της κίνησης προβάλλουν την ανάγκη για αυξημένη προσβασιμότητα και επιλογές για τους ασθενείς, μια πιο προσεκτική εξέταση αποκαλύπτει δυνητικούς κινδύνους που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ακεραιότητα και την αποτελεσματικότητα του ίδιου του ΓεΣΥ.
Ένας από τους βασικότερους προβληματισμούς είναι η πιθανότητα να ευνοηθεί μια μικρή ομάδα ιδιωτών ειδικών ιατρών, οι οποίοι έχουν επιλέξει συνειδητά να μην ενταχθούν στο ΓεΣΥ.
Η κριτική εστιάζει στην ανησυχία ότι αυτή η ομάδα ιατρών εξυπηρετεί πρωτίστως τα δικά της οικονομικά συμφέροντα, παρά το γενικότερο συμφέρον των ασθενών, του συστήματος υγείας στο σύνολό του, και των υπόλοιπων παροχέων υγείας που έχουν επενδύσει στην επιτυχία του ΓεΣΥ.
Η επέκταση του δικαιώματος συνταγογράφησης σε αυτούς τους ιατρούς θα μπορούσε να δημιουργήσει μια στρεβλή κατάσταση στην αγορά υγείας.
Οι ασθενείς, δελεασμένοι από την ευκολία πρόσβασης σε έναν εκτός ΓεΣΥ ιατρό, θα μπορούσαν να παρακάμψουν τους καθιερωμένους μηχανισμούς του συστήματος, όπως τους προσωπικούς ιατρούς, και να επιβαρύνουν το σύστημα με πρόσθετα έξοδα μέσω της συνταγογράφησης φαρμάκων.
Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος της δημιουργίας ενός “διπλού” συστήματος υγείας, όπου οι ασθενείς που έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν απευθείας σε εκτός ΓεΣΥ ιατρούς θα έχουν προνομιακή πρόσβαση σε συνταγογραφήσεις, ενώ οι υπόλοιποι θα βασίζονται αποκλειστικά στο ΓεΣΥ. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξανόμενες ανισότητες στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, αντιστρατεύοντας τις βασικές αρχές της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης που διέπουν το ΓεΣΥ.
Είναι απαραίτητο, λοιπόν, πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης, να διεξαχθεί μια ενδελεχής ανάλυση κόστους-οφέλους, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιθανές επιπτώσεις στην βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητα του ΓεΣΥ.
Η διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη για όλους τους πολίτες πρέπει να παραμείνει η υπέρτατη προτεραιότητα, και οποιαδήποτε αλλαγή στο σύστημα πρέπει να υποστηρίζει, και όχι να υπονομεύει, αυτόν τον θεμελιώδη στόχο.
Η προστασία της ακεραιότητας του ΓεΣΥ απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και μια προσέγγιση που να θέτει το συλλογικό συμφέρον πάνω από τα ατομικά.