Προχθές, μια νέα οργάνωση, η αυτοαποκαλούμενη “Αγωνιστική Απελευθερωτική Επαναστατική Έπαλξη,” ανακοίνωσε την έναρξη απελευθερωτικού αγώνα εναντίον της τουρκικής και της αγγλικής κατοχής στην Κύπρο. Η εμφάνισή της, που σηματοδοτήθηκε με τη διανομή φέιγ βολάν στους ανεμοθώρακες οχημάτων στη Λευκωσία, καθώς και με την αναφορά σε παρουσία της στο Twitter, προκαλεί προβληματισμό και εγείρει ερωτήματα σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις στην εύθραυστη πολιτική σταθερότητα του νησιού.
Η “Έπαλξη”, όπως αυτοαποκαλείται, αιτιολογεί την απόφασή της να ξεκινήσει αυτόν τον “μακροχρόνιο απελευθερωτικό αγώνα” επικαλούμενη την αποτυχία των ειρηνευτικών προσπαθειών για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος και τη συνεχιζόμενη, όπως ισχυρίζεται, τουρκική κατοχή. Στο κείμενο της ανακοίνωσής της, η οργάνωση εκφράζει απογοήτευση για την παρατεταμένη στασιμότητα και καλεί σε άμεση δράση για την “απελευθέρωση της πατρίδας” και των “σκλαβωμένων εδαφών”.
Η έκκληση της “Έπαλξης” για συστράτευση Ελληνοκυπρίων, Τουρκοκυπρίων, Μαρωνιτών και Αρμενίων, υποδηλώνει την επιθυμία της να παρουσιαστεί ως υπερκομματική και αντιπροσωπευτική όλων των κοινοτήτων του νησιού. Ωστόσο, η χρήση ρητορικής περί “απελευθερωτικού αγώνα” και η αναφορά σε “κατοχή” δημιουργούν ανησυχίες σχετικά με τις μεθόδους που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει η οργάνωση για την επίτευξη των στόχων της.
Το γεγονός ότι η ανακοίνωση περιλαμβάνει έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου έχει κινητοποιήσει την Αστυνομία, η οποία έχει ξεκινήσει έρευνα για να διαπιστώσει την ταυτότητα και τις προθέσεις των ατόμων που βρίσκονται πίσω από την “Έπαλξη”. Η ενδελεχής διερεύνηση της υπόθεσης είναι υψίστης σημασίας, προκειμένου να αξιολογηθεί ο πραγματικός κίνδυνος που ενέχει η δράση της οργάνωσης για την εσωτερική ασφάλεια και την περιφερειακή σταθερότητα.
Η εμφάνιση της “Αγωνιστικής Απελευθερωτικής Επαναστατικής Έπαλξης” αποτελεί μια νέα παράμετρο στο ήδη περίπλοκο πολιτικό σκηνικό της Κύπρου. Η σοβαρότητα των ισχυρισμών της οργάνωσης και η έκκλησή της για απελευθερωτικό αγώνα απαιτούν προσεκτική παρακολούθηση και υπεύθυνη αντιμετώπιση από τις αρμόδιες αρχές και την πολιτική ηγεσία. Η διατήρηση της ειρήνης, της σταθερότητας και του κράτους δικαίου πρέπει να παραμείνει η αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα όλων των εμπλεκομένων.