Η Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής πρόκειται να ξεκινήσει τη συζήτηση ενός νομοσχεδίου με σημαντικές επιπτώσεις για τη δημόσια διοίκηση: την άρση της απαγόρευσης πλήρωσης κενών θέσεων με μόνιμο προσωπικό στον δημόσιο τομέα.
Το μέτρο αυτό, που είχε επιβληθεί το 2013 ως μέρος των μέτρων λιτότητας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, φαίνεται πλέον να εξετάζεται υπό ένα νέο πρίσμα, με την κυβέρνηση να προωθεί την κατάργησή του.
Η προτεινόμενη νομοθεσία στοχεύει στην απλοποίηση της διαδικασίας προσλήψεων, καταργώντας την απαίτηση γραπτής συγκατάθεσης της Επιτροπής Οικονομικών για την πλήρωση κάθε κενής θέσης πρώτου διορισμού. Αυτό, θεωρητικά, θα επιτρέψει μια ταχύτερη και πιο ευέλικτη διαδικασία πρόσληψης, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικότερα τις ανάγκες των δημόσιων υπηρεσιών.
Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου, η αξιολόγηση του μέτρου από το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών κατέδειξε μια ανεπιθύμητη συνέπεια: την αύξηση του αριθμού των μη μόνιμων υπαλλήλων, καθώς και τη μετατροπή εργοδοτούμενων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου.
Αυτή η εξέλιξη θεωρείται αντίθετη με την κυβερνητική πολιτική που επιδιώκει τη στελέχωση της δημόσιας υπηρεσίας με μόνιμο προσωπικό, παρέχοντας μεγαλύτερη σταθερότητα και τεχνογνωσία.
Επιπλέον, η άρση της απαγόρευσης αναμένεται να μειώσει το διοικητικό κόστος που συνδέεται με την υφιστάμενη γραφειοκρατική διαδικασία, η οποία απαιτεί την υποβολή αιτημάτων, την αξιολόγησή τους και τη λήψη αποφάσεων από τον Υπουργό Οικονομικών.
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ΠΑΣΥΔΥ, ΟΗΟ-ΣΕΚ και ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ έχουν ήδη εκφράσει την υποστήριξή τους στο νομοσχέδιο, υπογραμμίζοντας την ανάγκη άμεσης ψήφισής του. Επισημαίνουν ότι η περαιτέρω καθυστέρηση στην πλήρωση των θέσεων πρώτου διορισμού δημιουργεί δυσλειτουργίες στις δημόσιες υπηρεσίες και οδηγεί σε ανεπαρκή εξυπηρέτηση των πολιτών.
Η επικείμενη συζήτηση στην Επιτροπή Οικονομικών αναμένεται να αναδείξει τις πιθανές προκλήσεις και τα οφέλη της άρσης της απαγόρευσης.
Είναι αναμφισβήτητο ότι η απόφαση που θα ληφθεί θα διαμορφώσει το μέλλον της δημόσιας διοίκησης, επηρεάζοντας τόσο την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών όσο και τις εργασιακές σχέσεις στον δημόσιο τομέα. Η προσεκτική εξέταση όλων των παραμέτρων είναι, συνεπώς, υψίστης σημασίας.