Η Ανγκόλα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σοβαρή επιδημία χολέρας, η οποία έχει ήδη στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 300 ανθρώπους από τις αρχές του 2025. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει εκφράσει έντονη ανησυχία για την ταχεία εξάπλωση της νόσου και έχει χαρακτηρίσει τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς ως «πολύ υψηλό», τόσο εντός της Ανγκόλας όσο και στις γειτονικές χώρες.
Μέχρι τις 23 Μαρτίου, ο ΠΟΥ έχει καταγράψει 8.543 κρούσματα και 329 θανάτους σε 16 από τις 21 επαρχίες της χώρας. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις δυσμενείς συνθήκες υγιεινής που επικρατούν στην Ανγκόλα, όπου παρά τον πλούτο της σε πετρέλαιο, ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχειας και στερείται πρόσβασης σε καθαρό νερό και βασικές υποδομές αποχέτευσης.
Η χολέρα, μια λοίμωξη που μεταδίδεται μέσω μολυσμένων τροφίμων, νερού και περιττωμάτων, προκαλεί οξεία διάρροια, εμετούς, μυϊκές κράμπες και αφυδάτωση. Χωρίς έγκαιρη αντιμετώπιση με αντιβιοτικά και ενυδάτωση, η νόσος μπορεί να αποβεί θανατηφόρα, ιδιαίτερα για τα παιδιά.
Η κατάσταση στην Ανγκόλα επιδεινώνεται επίσης από την παρατεταμένη περίοδο των βροχών και τις διασυνοριακές μετακινήσεις πληθυσμού, γεγονότα που διευκολύνουν τη διασπορά της νόσου. Η γειτονική Ναμίμπια κατέγραψε πρόσφατα το πρώτο της κρούσμα χολέρας έπειτα από σχεδόν μια δεκαετία, υπογραμμίζοντας τον διασυνοριακό κίνδυνο.
Ο ΠΟΥ έχει εκδώσει αυστηρές προειδοποιήσεις και εργάζεται στενά με τις υγειονομικές αρχές της Ανγκόλας για να περιοριστεί η εξάπλωση της επιδημίας. Οι προσπάθειες επικεντρώνονται στη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, την παροχή καθαρού νερού, την ενίσχυση της επιτήρησης της νόσου και την εξασφάλιση της πρόσβασης σε θεραπεία. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της επιδημίας απαιτεί μια συντονισμένη και πολυεπίπεδη προσέγγιση, με έμφαση στην πρόληψη και την έγκαιρη παρέμβαση, προκειμένου να προστατευθεί η υγεία του πληθυσμού και να αποφευχθεί περαιτέρω απώλεια ζωών.